Μετάφραση του "Endeavour" σε Ελληνικά
Οι προσπάθεια, απόπειρα, αγώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Endeavour" σε Ελληνικά.
endeavour
verb
noun
γραμματική
(obsolete, reflexive) To exert oneself. [15th-17th c.] [..]
-
προσπάθεια
noun feminineFirst of all, we must make fishermen our partners in this endeavour.
Πρώτα απ' όλα πρέπει να κάνουμε κοινωνούς σ' αυτήν την προσπάθεια τους αλιείς.
-
απόπειρα
noun feminine67 In my opinion that endeavour was misconceived.
67 Κατά τη γνώμη μου, η απόπειρα αυτή είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
-
αγώνας
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πασχίζω
- δοκιμή
- προσπαθώ
- εγχείρημα
- επιχείρηση
- πόνος
- αγωνίζομαι
- επίπονη προσπάθεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Endeavour " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη