Μετάφραση του "Endoscopy" σε Ελληνικά

Οι Ενδοσκόπηση, ενδοσκόπηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Endoscopy" σε Ελληνικά.

endoscopy noun γραμματική

(medicine) the examination of a bodily orifice, canal or organ using an endoscope [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ενδοσκόπηση

    medical procedure

    Sedating her was the only way we could perform the endoscopy.

    Κατασταλτικός της ήταν ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να εκτελεί την ενδοσκόπηση.

  • ενδοσκόπηση

    noun feminine

    examination using an endoscope

    Sedating her was the only way we could perform the endoscopy.

    Κατασταλτικός της ήταν ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να εκτελεί την ενδοσκόπηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Endoscopy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Endoscopy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη