Μετάφραση του "Energy" σε Ελληνικά

Οι Ενέργεια, ενέργεια, δραστηριότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Energy" σε Ελληνικά.

Energy noun

the federal department responsible for maintaining a national energy policy of the United States; created in 1977

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ενέργεια

    Energy is a necessity in a modern society.

    Η ενέργεια αποτελεί ανάγκη στη σύγχρονη κοινωνία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Energy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

energy adjective noun γραμματική

The impetus behind all motion and all activity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενέργεια

    noun feminine

    The capacity to do work; involving thermal energy (heat), radiant energy (light), kinetic energy (motion) or chemical energy; measured in joules. [..]

    Our energy needs require the use of all of them.

    Οι ανάγκες μας σε ενέργεια τα χρειάζονται όλα.

  • δραστηριότητα

    noun feminine

    This electromagnetic energy is a secret diabolical program to alter the reproductive biology of our girls and to emasculate our boys.

    Αυτή η ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα είναι ένα μυστικό διαβολικό πρόγραμμα με σκοπό να αλλάξει την αναπαραγωγική λειτουργία των κοριτσιών μας και να ευνουχίσει τα αγόρια μας.

  • ενεργειακός

    Adjective

    That glowy thing is an explosive Chitauri energy core.

    Εκείνο το λαμπερό πραγματάκι, είναι ένας εκρηκτικός ενεργειακός πυρήνας των Τσιτάουρι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δύναμη
    • ενεργητικότητα

Φράσεις παρόμοιες με "Energy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Energy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη