Μετάφραση του "Enlarge" σε Ελληνικά
Οι Μεγεθύνω, διευρύνω, μεγεθύνω, μεγαλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Enlarge" σε Ελληνικά.
Enlarge
-
Μεγεθύνω, διευρύνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Enlarge " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
enlarge
verb
γραμματική
(transitive) To make larger. [..]
-
μεγεθύνω
verbI can enlarge it some more, but I'm afraid that's as good as you're gonna get.
Μπορώ να την μεγεθύνω λίγο ακόμα, αλλά φοβάμαι πως αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να έχεις.
-
μεγαλώνω
verbμεγαλώνω ως προς το μέγεθος
-
επεκτείνω
verbHowever, its scope could be enlarged to encompass other agricultural products or foodstuffs.
Ωστόσο, αυτό το πεδίο εφαρμογής θα μπορούσε να επεκταθεί προκειμένου να συμπεριλάβει και άλλα γεωργικά προϊόντα ή τρόφιμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναπτύσσομαι
- εκθέτω
Φράσεις παρόμοιες με "Enlarge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόγραμμα (για τη) διεύρυνση(ς)
-
διεύρυνση της αγοράς
-
πολιτική διεύρυνσης
-
διαστολή · διεύρυνση · επέκταση · μεγάλωμα · μεγέθυνση
-
πρόγραμμα (για τη) διεύρυνση(ς)
-
διεύρυνση διεθνούς οργανισμού
-
Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
-
μεγεθύνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη