Μετάφραση του "Enter" σε Ελληνικά

Οι Εισάγω, εγγράφω, μπαίνω, εγγράφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Enter" σε Ελληνικά.

Enter noun γραμματική

(Should we delete (+) this sense?) The "Enter" key on a computer keyboard. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εισάγω, εγγράφω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Enter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

enter verb noun γραμματική

(transitive) To type (something) into a computer; to input [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαίνω

    verb

    To go into (a room, etc.) [..]

    The perfect girl I like has entered my life.

    Tο τέλειο κορίτσι που μ'αρέσει μπήκε στην ζωή μου.

  • εγγράφω

    verb

    to type into a computer

  • εισέρχομαι

    verb

    The Jafari sisters and their children then entered Slovenia.

    Jafari και τα τέκνα τους εισήλθαν στη συνέχεια στη Σλοβενία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εισάγω
    • συμμετέχω
    • καταχωρώ
    • καταχωρίζω
    • καταγράφω
    • αγγέλω
    • αναγράφω
    • συμμερίζομαι
    • εγγράφομαι
    • εμφυτεύω
    • ενθέτω
    • μπήγω
    • γίνομαι μέλος
    • δηλώνω συμμετοχή
    • εισάγομαι σε
    • εντάσσω, -ομαι σε
    • και τώρα η άποψη [+Γεν.]
    • καταπλέω σε
    • κατόπιν έρχεται στο προσκήνιο...
    • περνάω σε
    • πληκτρολογώ
    • προβαίνω σε
    • συνομολογώ

Εικόνες με "Enter"

Φράσεις παρόμοιες με "Enter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Enter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη