Μετάφραση του "Essential" σε Ελληνικά
Οι Ουσιώδης, βασικός, ουσιαστικός, ουσιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Essential" σε Ελληνικά.
-
Ουσιώδης, βασικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Essential " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A fundamental ingredient. [..]
-
ουσιαστικός
noun masculinefundamental ingredient [..]
Such respect is essential for a body of democratic control such as ours.
Ένας τέτοιος φόρος τιμής είναι ουσιαστικός για ένα όργανο δημοκρατικού ελέγχου, όπως το δικό μας.
-
ουσιώδης
noun masculinefundamental ingredient [..]
Protection of confidential data from the producer is essential in order to ensure cooperation.
Η προστασία των εμπιστευτικών στοιχείων του παραγωγού είναι ουσιώδης για την εξασφάλιση συνεργασίας.
-
στοιχειώδης
noun masculinefundamental ingredient
Half the world’s population lack regular access to medical treatment and essential drugs.
Ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός δεν έχει τη στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη και τα αναγκαία φάρμακα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αιθέριος
- απαραίτητος
- ανάγκη
- οργανικός
- αρχικός
- ζωτικός
- ιδιοπαθής
- αναπόσπαστος
Εικόνες με "Essential"
Φράσεις παρόμοιες με "Essential" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εν πολλοίς · ουσιαστικά · στοιχειωδώς
-
τέλεια γυναίκα
-
απαραίτητο αμινοξύ
-
είδη πρώτης ανάγκης
-
Αιθέριο έλαιο · αιθέρια έλαια · αιθέριο έλαιο · εσάνς
-
ουσιοκρατία
-
στοιχειώδη
-
αναγκαία συνθήκη