Μετάφραση του "Establish" σε Ελληνικά

Οι Καθιερώνω, αποκαθιστώ, εγκαθιδρύω, καθιερώνω, αποδεικνύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Establish" σε Ελληνικά.

Establish
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καθιερώνω, αποκαθιστώ, εγκαθιδρύω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Establish " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

establish verb γραμματική

(transitive) To make stable or firm; to confirm. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθιερώνω

    verb

    To make stable or firm; to confirm

    Rather, it requires that an enterprise follow recognition and measurement principles established in other Standards.

    Αντίθετα, απαιτεί μία επιχείρηση να ακολουθεί αρχές καταχώρησης και αποτίμησης που έχουν καθιερωθεί από άλλα Πρότυπα.

  • αποδεικνύω

    verb

    The technology for the production of alternative energy based on agricultural crops is clearly established.

    Έχει σαφώς αποδειχθεί η τεχνολογία για την παραγωγή εναλλακτικών πηγών ενέργειας με βάση τις γεωργικές καλλιέργειες.

  • ιδρύω

    verb

    The Federal Republic of Germany was established in 1949.

    Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ιδρύθηκε το 1949.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκαθιστώ
    • θεσπίζω
    • ανεγείρω
    • διαπιστώνω
    • εξακριβώνω
    • εδραιώνω
    • παγιώνω
    • στοιχειοθετώ
    • κάνω

Φράσεις παρόμοιες με "Establish" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Establish" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη