Μετάφραση του "Exhaust" σε Ελληνικά

Οι Αποβάλλω, αποχετεύω, εξαντλώ, εξάτμιση, εξάτμιση, εξαντλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Exhaust" σε Ελληνικά.

Exhaust
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποβάλλω, αποχετεύω, εξαντλώ, εξάτμιση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Exhaust " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

exhaust adjective verb noun γραμματική

To draw or let out wholly; to drain off completely; as, to exhaust the water of a well; the moisture of the earth is exhausted by evaporation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάτμιση

    noun feminine

    System consisting of the parts of an engine through which burned gases or steam are discharged [..]

    Our engines are malfunctioning, and we've been using your plasma exhaust to replenish our teraphasic coils.

    Οι μηχανές μας δυσλειτουργούν, και έχουμε χρησιμοποιήσει την εξάτμιση πλάσματός σας, για να ξαναγεμίσουν οι τεραφασικές σπείρες μας.

  • εξαντλώ

    verb

    This process shall continue until the reserves are exhausted.

    Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ώσπου να εξαντληθούν τα αποθέματα.

  • ξεκάνω

    verb

    εξαντλώ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάταξη εξάτμισης
    • καυσαέρια
    • κουράζω
    • καταναλίσκω
    • μειώνω
    • εκβάλλω
    • σύστημα εξάτμισης

Φράσεις παρόμοιες με "Exhaust" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Exhaust" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη