Μετάφραση του "Extortion" σε Ελληνικά

Οι εκβιασμός, χρηματολογία, εκβίαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Extortion" σε Ελληνικά.

extortion noun γραμματική

the practice of extorting money or other property, especially by a public official, by the use of threats [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκβιασμός

    noun masculine

    the practice of extorting money or other property

    Typically in these cases, the motive is extortion.

    Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, το κίνητρο είναι εκβιασμός.

  • χρηματολογία

    noun feminine

    the practice of extorting money or other property

  • εκβίαση

    Got seven years for extortion and a reputation for being a gun for hire.

    Πήρε επτά ετών για εκβίαση και μια φήμη για την ύπαρξη ένα όπλο για τη μίσθωση.

  • απόσπαση

    Noun

    Exerted pressure on political prisoners, denying their right to correspondence, and made threats in order to extort confessions.

    Άσκησε πίεση σε πολιτικούς κρατούμενους, στερώντας τους το δικαίωμα της αλληλογραφίας, και μεταχειρίσθηκε απειλές για την απόσπαση ομολογιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Extortion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Extortion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Extortion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη