Μετάφραση του "Eye" σε Ελληνικά

Οι Μάτι, οφθαλμός, μάτι, οφθαλμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eye" σε Ελληνικά.

Eye proper

(UK, colloquial) the comedic magazine Private Eye. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μάτι, οφθαλμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eye " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

eye verb noun γραμματική

To look at someone or something as if with the intent to do something with that person or thing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάτι

    noun neuter

    ability to notice what others might miss [..]

    Tom closed his eyes and tried to concentrate.

    Ο Τομ έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί.

  • οφθαλμός

    noun masculine

    organ

    If thy right eye offend thee, pluck it out and cast it from thee.

    Eι δε ο οφθαλμός ο δεξιός σκανδαλίζει σε έξελε αυτόν και βάλε από σου.

  • ματάκι

    neuter

    of a potato [..]

    His eyes started to wander to younger women.

    Το ματάκι του άρχισε να παίζει με νεότερες γυναίκες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όμμα
    • ομμάτιον
    • οπή
    • τρυπίτσα
    • τρύπα
    • οφθαλμίδιο
    • παρατηρώ
    • προσοχή
    • κοιτάζω
    • οφθαλός
    • Μάτι
    • άποψη
    • κέντρο
    • περιεργάζομαι
    • εποφθαλμιώ
    • αισθητήριο
    • «κόβω»
    • βάζω σκοπό να αποκτήσω
    • βάζω στο μάτι
    • επιδιώκω να το αποκτήσω
    • οπτική προσοχή

Εικόνες με "Eye"

Φράσεις παρόμοιες με "Eye" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eye" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη