Μετάφραση του "FELLOWSHIP" σε Ελληνικά

Οι υποτροφία, συντροφιά, αδελφότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "FELLOWSHIP" σε Ελληνικά.

fellowship verb noun γραμματική

A company of people that shares the same interest or aim. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποτροφία

    noun feminine

    A merit-based scholarship

    Osborne's very brilliant and expected to get a fellowship.

    Ο Όσμπορν είναι πολύ έξυπνος και περιμένουμε να πάρει υποτροφία.

  • συντροφιά

    noun feminine

    Company of people that shares the same interest or aim

    We're talking about a fellowship far more powerful than drink.

    Μιλάμε για μια συντροφιά πολύ πιο ισχυρή από το πιοτό.

  • αδελφότητα

    noun feminine

    Company of people that shares the same interest or aim

    The reference was clearly intended to place that fellowship within a pejorative context.

    Ήταν ολοφάνερο ότι η αναφορά αυτή είχε σκοπό να υποτιμήσει την αδελφότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συναδελφικότητα
    • συντροφικότητα
    • αλληλεγγύη
    • κοινότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " FELLOWSHIP " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "FELLOWSHIP"

Φράσεις παρόμοιες με "FELLOWSHIP" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "FELLOWSHIP" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη