Μετάφραση του "Fastener" σε Ελληνικά

Οι εξάρτημα Συγκράτησης, συνδετήρας, σύνδεσμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fastener" σε Ελληνικά.

Fastener
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάρτημα Συγκράτησης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fastener " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

fastener noun γραμματική

mechanically, any device that fastens; especially, a collective term for items such as screws, nuts, washers, bolts and the like [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδετήρας

    noun masculine

    Power-actuated fastener for multiple use in concrete for non-structural applications

    Συνδετήρας φυσιγγίου για πολλαπλές χρήσεις σε σκυρόδεμα για μη φέρουσες εφαρμογές

  • σύνδεσμος

    noun masculine

    A tribute to Velcro and other household fasteners.

    Έναν φόρο τιμής στους Βέλκρο και άλλους συνδέσμους.

  • αγκράφα

    noun

    A decorative clasp made of metal and having a pin or tongue by which it can be fastened to a person’s clothing.

    Διακοσμητική μεταλλική αγκράφα με καρφίδα ή γλωσσίδιο μέσω των οποίων μπορεί να στερεωθεί στα ρούχα.

  • μαντάλωμα

Φράσεις παρόμοιες με "Fastener" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δένω
  • κουμπώνω το παλτό μου
  • πρόσδεση · στερέωμα · στερέωση · συνδετήρας
  • καρφώνω · κλειδώνω · μπήγω · στερεώνω
  • ασφαλίζω · δένομαι · δένω · προσδένω · στερεώνομαι · στερεώνω · σφίγγω
  • φερμουάρ
  • ασφάλεια παράθυρου
  • φερμουάρ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fastener" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη