Μετάφραση του "Female" σε Ελληνικά

Οι Θηλυκός, θηλυκός, γυναίκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Female" σε Ελληνικά.

Female
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θηλυκός

    Female bovine animals of two years old and over, which have not yet calved.

    Θηλυκά βοοειδή δύο ετών και άνω που δεν έχουν ακόμη γεννήσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Female " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

female adjective noun γραμματική

Belonging or referring to the sex which is generally characterized as the one associated with the larger gametes (for species which have two sexes and for which this distinction can be made). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θηλυκός

    adjective masculine

    belonging to the sex that produces eggs and/or has XX chromosomes [..]

    A human female is carrying a visitor baby.

    Ένας θηλυκός άνθρωπος, κυοφορεί το μωρό ενός επισκέπτη.

  • γυναίκα

    noun feminine

    Ενήλικας άνθρωπος του φύλου που παράγει ωάρια και φέρει μικρά. [..]

    Rates of female participation in the labour market often remain low, while social services remain limited.

    Τα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένουν χαμηλά, ενώ οι κοινωνικές υπηρεσίες είναι περιορισμένες.

  • θήλυ

    noun neuter

    one of the feminine sex or gender [..]

    Small brow ridges and sharp upper orbital borders indicate female.

    Μικρές κόγχες φρυδιών και αιχμηρά άνω περιμετρικά άκρα υποδηλώνουν θήλυ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θηλυκό
    • γυναικείος
    • γυναικείο
    • ζώο
    • θηλικός
    • πιανίστα
    • πιανίστρια
    • θηλυκή
    • ελεφαντίνα
    • σκύλα

Εικόνες με "Female"

Φράσεις παρόμοιες με "Female" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Female" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη