Μετάφραση του "File" σε Ελληνικά

Οι Αρχείο, αρχείο, αρχειοθετώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "File" σε Ελληνικά.

File

The name of a menu in a conversation window from which the user can save the text of the current conversation, open received files, or close the conversation window.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρχείο

    The name of a menu in a conversation window from which the user can save the text of the current conversation, open received files, or close the conversation window.

    Press Mail... to send selected documents & File

    Πιέστε Mail... για αποστολή επιλεγμένων εγγράφων & Αρχείο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " File " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

file verb noun γραμματική

(archaic) to defile [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχείο

    noun neuter

    computer terminology [..]

    My old partner kept files on people like you.

    Ο παλιός μου συνέταιρος κρατούσε αρχείο για άτομα σαν εσένα.

  • αρχειοθετώ

    verb

    to store computer data [..]

    I knew I wanted to be doing things, Not filing reports.

    Ήξερα ότι ήθελα να κάνω πράματα και όχι να αρχειοθετώ αναφορές.

  • λίμα

    noun feminine

    cutting or smoothing tool [..]

    I'd like to know who put the file there.

    Θα ήθελα να ξέρω ποιος έβαλε τη λίμα εκεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λιμάρω
    • καταθέτω
    • σειρά
    • ρινίζω
    • συστοιχία
    • φάκελος
    • στήλη
    • υποβάλλω
    • ντοσιέ
    • πρωτοκολλώ
    • αράδα
    • αρχειοθήκη
    • στοίχος
    • πλανίζω
    • ρίνη
    • φάλαγγα
    • φακελος, φάκελος

Εικόνες με "File"

Φράσεις παρόμοιες με "File" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "File" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη