Μετάφραση του "Fill" σε Ελληνικά

Οι Γεμίζω, συμπληρώνω, γεμίζω, σφραγίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fill" σε Ελληνικά.

Fill proper

A surname.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γεμίζω, συμπληρώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fill " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

fill verb noun γραμματική

(transitive) To satisfy or obey (an order, request, or requirement). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμίζω

    verb

    add contents to, so it is full

    Bennett is there when the tankers are filled to check the figures.

    O Μπένετ είναι εκεί όταν τα βυτία γεμίζουν για να ελέγξει τα νούμερα.

  • σφραγίζω

    verb

    treat (a tooth)

    Uh, he was struck by lightning as a child and his fillings fused his jaw shut.

    Χτυπήθηκε από αστραπή σαν παιδί, και το σαγόνι του σφράγισε.

  • γεμίσει

    It's because it's filled with all these Norwads.

    Είναι επειδή έχει γεμίσει με αυτούς τους Νορβηγόβλακες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμπληρώνω
    • γέμισμα
    • πληρώ
    • επίχωση
    • εκτελώ
    • επανεπίχωση
    • καλύπτω
    • εκπληρώνω
    • βάζω
    • φουσκώνω
    • διορίζω
    • πραγματοποιώ

Εικόνες με "Fill"

Φράσεις παρόμοιες με "Fill" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fill" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη