Μετάφραση του "Financial" σε Ελληνικά
Οι Οικονομικός, οικονομικός, δημοσιονομικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Financial" σε Ελληνικά.
-
Οικονομικός
Financial planning and execution
Οικονομικός σχεδιασμός και εκτέλεση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Financial " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
having dues and fees paid up to date for a club or society (a financial member) [..]
-
οικονομικός
adjective masculinerelated to finances
Their only means of financial support is very often the pension, which is limited.
Ο μόνος οικονομικός τους πόρος είναι συνήθως η σύνταξή τους, η οποία είναι περιορισμένη.
-
δημοσιονομικός
adjective masculinerelated to finances
The framework financial regulation shall be based on the principles and rules set out in this Regulation.
Ο εν λόγω δημοσιονομικός κανονισμός-πλαίσιο βασίζεται στις αρχές και τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
-
χρηματοοικονομικά
nounStructural financial instruments should make a contribution to this new policy priority.
Τα διαρθρωτικά χρηματοοικονομικά εργαλεία θα κληθούν ενδεχομένως να συνεισφέρουν σε αυτή τη νέα πολιτική προτεραιότητα.
Φράσεις παρόμοιες με "Financial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικονομικά
-
χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις
-
οικονομικός οργανισμός · χρηματοπιστωτικός οργανισμός
-
οικονομικά συμφέροντα των μελών
-
Επεκτάσεις για οικονομικές υπηρεσίες
-
ανώτατο οικονομικό στέλεχος
-
οικονομικές προστριβές
-
χρηματοδοτικό μέσον