Μετάφραση του "Fire" σε Ελληνικά

Οι Φωτιά, πυρ, φωτιά, πυρκαγιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fire" σε Ελληνικά.

Fire
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φωτιά, πυρ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

fire adjective verb noun γραμματική

(uncountable) A (usually self-sustaining) chemical reaction involving the bonding of oxygen with carbon or other fuel, with the production of heat and the presence of flame or smouldering. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωτιά

    noun feminine

    one of the basic elements [..]

    You should build a fire under the kid.

    Πρέπει ν' ανάψετε μια φωτιά κάτω από το παιδί.

  • πυρκαγιά

    noun feminine

    occurrence of fire in a certain place [..]

    Sometimes, to sell a pail of water, you start a fire.

    Μερικές φορές, για να πουλήσεις ένα κουβαδάκι με νερό, ξεκινάς μια πυρκαγιά.

  • απολύω

    verb

    to terminate the employment of

    Tom didn't tell me he'd gotten fired.

    Ο Θωμάς δε μου είπε ότι απολύθηκε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πυρ
    • πυρκαϊά
    • θερμάστρα
    • πυρά
    • πυροβολώ
    • καίω
    • βολή
    • τραβώ
    • βεγγαλικό
    • φουρνίζω
    • φλέγω
    • πυροβολισμός
    • προκαλώ
    • πυροδοτώ
    • εκπυρσοκροτώ
    • μπουμπουνίζω
    • παρακινώ
    • πολυβολώ
    • ρίχνω, εκτοξεύω
FIRE noun

The sector of the economy including finance, insurance and real estate businesses.

+ Προσθήκη

"FIRE" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το FIRE στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Fire"

Φράσεις παρόμοιες με "Fire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη