Μετάφραση του "Fit" σε Ελληνικά
Οι Ταιριάζω, προσαρμόζω, ταιριάζω, προσαρμόζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fit" σε Ελληνικά.
-
Ταιριάζω, προσαρμόζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(intransitive) Of an object, to be of the right size and shape so as to match another object. [..]
-
ταιριάζω
verbto be in harmony [..]
Besides, like you said, I don't fit the profile.
Εξάλλου, όπως είπες, δεν ταιριάζω στο γενικό πλαίσιο.
-
προσαρμόζω
Verb verbattach [..]
A thermally insulated container, exactly fitting the body of the pycnometer.
Uερμομονωτικό περίβλημα που προσαρμόζεται ακριβώς στο σώμα της ληκύθου.
-
κατάλληλος
adjective masculinesuitable, proper
To determine whether you are fit to remain in the field.
Να ορίσω αν είστε κατάλληλος να παραμείνετε σε ενεργό δράση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ικανός
- υγιής
- σπασμός
- παροξυσμός
- ξέσπασμα
- κρίση
- κάνω
- προμηθεύω
- εφαρμογή
- ταίριασμα
- αντιστοιχώ σε
- χωρώ
- εφαρμόζω
- άξιος
- δέχομαι
- δοκιμάζω
- ντύνω
- εναρμονίζομαι
- στήνω
- συναρμογή
- ικανοποιώ
- εξοπλίζω
- εφοδιάζω
- συνταιριάζω
- πειθαρχώ
- προσιδιάζω
- ανταποκρίνομαι σε
- είμαι σύμφωνος με (κτ)
- καταλληλότητα
- συνάδω με
Abbreviation of [i]feed-in tariff[/i].
"FiT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το FiT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
fully inclusive tour [..]
"FIT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το FIT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Fit"
Φράσεις παρόμοιες με "Fit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δοκιμαστήριο
-
ενιαίο μέγεθος · μονοδιάστατος · πασπαρτού · προκρούστειος
-
εφαρμοστός
-
δεν είμαι άξιος, ικανός να · δεν είμαι αρμόδιος να · δεν είμαι κατάλληλος για να · δεν είναι σε θέση να · δεν κάνω για · δεν πρέπει να
-
ήταν ό,τι έπρεπε για μένα
-
εφαρμοστός
-
καμπύλη προσαρμογής