Μετάφραση του "Flood" σε Ελληνικά
Οι κατακλυσμός, Κατακλύζω, παραφορτώνω, πλημμύρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Flood" σε Ελληνικά.
(Biblical) The flood referred to in the Book of Genesis in the Old Testament. [..]
-
κατακλυσμός
noun masculineFlooding consumers with information should be avoided, as should oversimplifying the reality in order to stress better returns.
Θα πρέπει να αποφεύγεται ο κατακλυσμός των καταναλωτών με πληροφορίες, όπως και η υπεραπλούστευση της πραγματικότητας για να υπερτονιστούν οι καλύτερες αποδόσεις.
-
Κατακλύζω, παραφορτώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Flood " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A (usually disastrous) overflow of water from a lake or other body of water due to excessive rainfall or other input of water. [..]
-
πλημμύρα
noun feminineoverflow of water [..]
The flood changes the lives of everything that lives here.
H πλημμύρα αλλ άζ ει τις ζ ωές όλων όσων ζ ουν εδώ.
-
πλημμυρίζω
verbto provide with a large number of quantity [..]
But when I smell a flower or the smoke from a campfire or the grease from a motor gear, I'm often flooded with memories.
Όταν μυρίζω ένα λουλούδι, ή τον καπνό από φωτιά ή το γράσο από μια μηχανή, συχνά πλημμυρίζω από αναμνήσεις.
-
κατακλυσμός
noun masculineAn unusual accumulation of water above the ground caused by high tide, heavy rain, melting snow or rapid runoff from paved areas.
As I have pondered these questions, a flood of thoughts came to mind.
Καθώς έχω συλλογισθεί αυτές τις ερωτήσεις, ήλθε ένας κατακλυσμός σκέψεων στον νου μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χείμαρρος
- κατακλύζω
- πρόσχωση
- υπερχείλιση
- πλημυρίδα
- πλημύρα
- κύμα
- πληθώρα
- καταιγισμός
- σωρεία
- θύελλα
- ξεχείλισμα
- Πλημμύρα
- πλυμμυρίδα
Εικόνες με "Flood"
Φράσεις παρόμοιες με "Flood" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντιπλημμυρική ασφάλιση · κάλυψη για ζημιές από πλημμύρες
-
προκατακλυσμιαίος
-
κατακλυσμός, πλημμύρα · πλημμύρα
-
έλεγχος πλημυρών
-
κορύφωση · πλημμυρίδα
-
αιφνίδια νεροποντή · ξαφνική πλημμύρα · στιγμιαία πλημμύρα
-
απορροή πλημύρας
-
πλημμυρίζω