Μετάφραση του "Floor" σε Ελληνικά

Οι Δάπεδο, πάτωμα, όροφος, κατώτατο όριο, πάτωμα, όροφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Floor" σε Ελληνικά.

Floor
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δάπεδο, πάτωμα, όροφος, κατώτατο όριο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Floor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

floor verb noun γραμματική

(gymnastics) An event performed on a floor-like carpeted surface. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάτωμα

    noun neuter

    horizontal structure dividing a building [..]

    Tom sat cross-legged on the floor.

    Ο Τομ έκατσε στο πάτωμα με σταυρωμένα τα πόδια.

  • όροφος

    noun masculine

    horizontal structure dividing a building [..]

    First floor on the left, fourth from the end.

    Πρώτος όροφος στα αριστερά, τέταρτο από το τέλος.

  • δάπεδο

    noun neuter

    lower part of a room [..]

    But whatever our arsonist used even scarred the concrete floor.

    Ό, τι και να χρησιμοποίησε ο εμπρηστής μας, σημάδεψε το τσιμεντένιο δάπεδο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πυθμένας
    • έδρανα
    • έδρανο
    • λόγος
    • έδαφος
    • Δάπεδο
    • κατώτατος
    • πλατεία

Εικόνες με "Floor"

Φράσεις παρόμοιες με "Floor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κεκλιμένο δάπεδο
  • πατάκι
  • δάπεδο · επίστρωση δαπέδου · κατασκευή (τοποθέτηση) δαπέδου · πάτωμα · παρκέ · ρίξιμο του αντιπάλου στο έδαφος
  • ρίχνω κπ στο κανναβάτσο
  • πατάω τέρμα το γκάζι
  • ψευδοδάπεδο
  • Αλώνι · αλώνι
  • πατάκι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Floor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη