Μετάφραση του "Follow" σε Ελληνικά

Οι Ακολουθώ, ακολουθώ, επακολουθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Follow" σε Ελληνικά.

Follow
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ακολουθώ

    Tom will follow you.

    Ο Τομ θα σας ακολουθήσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Follow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

follow verb noun γραμματική

(transitive) To go or come after in physical space. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακολουθώ

    verb

    to go or come after in physical space

    Tom will follow you.

    Ο Τομ θα σας ακολουθήσει.

  • επακολουθώ

    Verb verb

    to be a logical consequence of [..]

    It would protect many from being swept along by the impending political euphoria and the disillusionment that followed.

    Θα προστάτευε πολλούς ώστε να μην παρασυρθούν από την επικείμενη πολιτική ευφορία και την απογοήτευση που επακολούθησε.

  • παρακολουθώ

    verb

    This is surprising because there is a feeling that someone is following me.

    Θα σας φανεί περίεργο, αλλά έχω την αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τηρώ
    • διαδέχομαι
    • ακολουθία
    • υιοθετώ
    • καταδιώκω
    • παρατηρώ
    • έπομαι
    • επιτηρώ
    • συμμορφώνομαι
    • αποτελώ απάντηση σε
    • αποτελώ συνέχεια [+Γεν.]

Εικόνες με "Follow"

Φράσεις παρόμοιες με "Follow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακολουθώ τη φωνή τής καρδιάς μου
  • με τον εξής τρόπο · ως ακολούθως
  • Παρακολούθηση
  • Λογική ακόλουθου εκπομπού
  • ακόλουθο · ακόλουθος · ακόλουθος, παρακολουθητής · οπαδός · πιστός, -ή · συνακόλουθος · υποστηρικτής · υφιστάμενος (εργασία)
  • ακολουθούμενος
  • όπερ έδει δείξαι
  • συνοδεύεται από
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Follow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη