Μετάφραση του "French" σε Ελληνικά
Οι γαλλικός, γαλλικά, Γάλλοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "French" σε Ελληνικά.
A Romance language spoken primarily in France, Belgium, Switzerland, Quebec, Valle d'Aosta and many former French colonies. [..]
-
γαλλικός
adjective masculineof or relating to the French language [..]
I want to learn French.
Θέλω να μάθω γαλλικά.
-
γαλλικά
proper noun neuter n-pRomance language spoken in France [..]
I want to learn French.
Θέλω να μάθω γαλλικά.
-
Γάλλοι
noun masculine m-pΟ λαός της Γαλλίας στο σύνολό του. [..]
All French wear berets.
Όλοι οι Γάλλοι φορούν μπερέδες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Γαλλικά
- φιλάω με γλώσσα
- Γάλλος
- γαλλική
- γαλλικό
- Γαλλίδα
- γαλλική γλώσσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " French " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(transitive) To prepare food by cutting it into strips. [..]
-
γαλλικός
adjective masculineI want to learn French.
Θέλω να μάθω γαλλικά.
-
γαλλική γλώσσα
The aid is granted to French agents who export books in the French language principally to non-French-speaking countries.
Η ενίσχυση χορηγείται σε γάλλους παραγγελιοδόχους οι οποίοι εξάγουν βιβλία στη γαλλική γλώσσα κυρίως σε μη γαλλόφωνες χώρες.
-
φραντσέζικος
-
γαλλικά
proper neuterI want to learn French.
Θέλω να μάθω γαλλικά.
Φράσεις παρόμοιες με "French" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γαλλικά · γαλλική γλώσσα
-
γαλλόφωνη Αφρική
-
τηγανιτές πατάτες
-
τηγανιτή πατάτα
-
μπαγκέτα
-
κίνημα της Γαλλικής αντίστασης
-
Γαλλικές Αντίλλες
-
Γαλλική Πολυνησία