Μετάφραση του "Fumble" σε Ελληνικά
Οι ψαχουλεύω, ψηλαφώ, μπουρδουκλώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fumble" σε Ελληνικά.
fumble
verb
noun
γραμματική
(transitive, intransitive) To idly touch or nervously handle [..]
-
ψαχουλεύω
verb -
ψηλαφώ
verbOh, there's a fumble.
Ω, υπάρχει ένα ψηλαφώ.
-
μπουρδουκλώνομαι
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πασπατεύω
- σκοντάφτω
- στραβοπατώ
- διστάζω
- αδέξιος χειρισμός
- εκτελώ αδέξια
- κάνω άτεχνα
- τα θαλασσώνω
- τα κάνω μούσκεμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fumble " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη