Μετάφραση του "Fundamental" σε Ελληνικά

Οι Θεμελιώδης, θεμελιώδης, θεμέλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fundamental" σε Ελληνικά.

Fundamental
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θεμελιώδης

    Therein lies the fundamental difference between olive oil and wine.

    Κατά την Επιτροπή, στο σημείο αυτό έγκειται η θεμελιώδης διαφορά του ελαιολάδου από τον οίνο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fundamental " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

fundamental adjective noun γραμματική

A leading or primary principle, rule, law, or article, which serves as the groundwork of a system; essential part, as, the fundamentals of linear algebra. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεμελιώδης

    adjective m;f masculine;feminine masculine, feminine

    pertaining to the foundation or basis; serving for the foundation [..]

    This fundamental truth did not change, even though false religion reappeared.

    Αυτή η θεμελιώδης αλήθεια δεν άλλαξε, μολονότι η ψεύτικη θρησκεία επανεμφανίστηκε.

  • θεμέλιο

    noun neuter

    a leading or primary principle, rule, law, or article

    This is something fundamental for the future of our economy and our industry.

    Αποτελούν θεμέλια για το μέλλον της οικονομίας και της βιομηχανίας μας.

  • βασικός

    adjective

    This is the fundamental policy objective of the pilot scheme concept elaborated below.

    Αυτός είναι ο βασικός πολιτικός στόχος της ιδέας του πιλοτικού καθεστώτος που αναλύεται παρακάτω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αιθέριος
    • κύριος
    • στοιχειώδης

Φράσεις παρόμοιες με "Fundamental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fundamental" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη