Μετάφραση του "Fuse" σε Ελληνικά

Οι Ασφάλεια, τήκω, συγχωνεύω, συνδυάζω, φιτίλι, θρυαλλίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fuse" σε Ελληνικά.

Fuse
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασφάλεια, τήκω, συγχωνεύω, συνδυάζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fuse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

fuse verb noun γραμματική

(also fuze in US) A cord that, when lit, conveys the fire to some explosive device. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φιτίλι

    noun neuter

    cord

    It's a ticking time bomb, and we're the ones that lit the fuse.

    Eίναι μια ωρoλoγιακή βόμβα κι εμείς αvάψαμε τo φιτίλι.

  • θρυαλλίδα

    noun feminine

    device igniting charge [..]

    An associated label shall be placed on each case of detonating cord or fuse.

    Σχετική ετικέτα τίθεται σε κάθε κιβώτιο ακαριαίων θρυαλλίδων ή θρυαλλίδων ασφαλείας.

  • ασφάλεια

    noun feminine

    If it started to blow a fuse or something, it would have shut down. Oh.

    Αν χαλούσε καμιά ασφάλεια ή κάτι άλλο, θα έκλεινε από μόνο του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τήκω
    • τηκτασφάλεια
    • εμπύρευμα
    • λιώνω
    • τήκομαι
    • συγχωνεύω
    • ρεύμα
    • συγχωνεύομαι
    • θρυαλλίς
    • πυροσωλήνας
    • ανακατεύω
    • αναμιγνύω
    • Ηλεκτρική ασφάλεια
    • διαπλέκω (στοιχεία)
    • εξοπλίζω με τηκτασφάλεια
    • κάνω κτ ένα σώμα

Εικόνες με "Fuse"

Φράσεις παρόμοιες με "Fuse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ασφάλεια περιορισμού ρεύματος
  • ασφαλειοθήκη
  • φυσίγγιο ασφάλειας
  • εσωτερική ασφάλεια
  • οξύθυμος
  • ανάβω το φιτίλι [+Γεν.] · ανοίγω τον ασκό, τους ασκούς τού Αιόλου · αποτελώ τον σπινθήρα [+Γεν.] · βάζω φωτιά στο φιτίλι
  • ασφάλεια βραδείας τήξης
  • Κολάζ φωτογραφιών
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fuse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη