Μετάφραση του "Gas" σε Ελληνικά
Οι Αέριο, αέριο, βενζίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gas" σε Ελληνικά.
A commune in Eure-et-Loir, France. [..]
-
Αέριο
Tail gas (petroleum), catalytic cracked distillate and catalytic cracked naphtha fractionation absorber; Petroleum gas
Αέριο ουράς (πετρελαίου), καταλυτικά πυρολυμένου απόσταγματος και απορροφητήρα κλασμάτωσης καταλυτικά πυρολυμένης νάφθας· πετρελαϊκό αέριο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Gas " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(uncountable, chemistry) Matter in a state intermediate between liquid and plasma that can be contained only if it is fully surrounded by a solid (or held together by gravitational pull); it can condense into a liquid, or can (rarely) become a solid directly. [..]
-
αέριο
noun neuter(US) gas in digestion [..]
The synthesis gas is fed into exchange towers and to an ammonia converter.
Το αέριο σύνθεσης τροφοδοτείται σε πύργους ανταλλαγής και σε μετατροπέα αμμωνίας.
-
βενζίνη
noun femininefuel [..]
Tom ran out of gas.
Ο Τομ έμεινε από βενζίνη.
-
ατμός
noun masculine(uncountable, chemistry) state of matter [..]
Mask can go in the autoclave, but its steam will degrade the suit, so we'll sterilize that in here, with ethylene oxide gas.
Η μάσκα πάει στο αερόστεγο, ο ατμός θα υποβαθμίσει τη στολή, για να την αποστειρώσουμε με οξείδιο του αιθυλένιου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γκάζι
- φωταέριο
- κοκορεύομαι
- καυχιέμαι
- κομπάζω
- κορδώνομαι
- υπερηφανεύομαι
a species of bacteria; it is an infrequent, but usually pathogenic, part of the skin flora.
"GAS" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το GAS στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Gas" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευγενές αέριο · ευγενή αέρια
-
ανιχνευτής αερίων
-
συμπιεσμένο, πεπιεσμένο αέριο
-
Λυχνία εκφόρτισης αερίου
-
καυσαέριο
-
αερολύματα · απαέρια
-
εργαλείο που λειτούργει με αέριο