Μετάφραση του "Generation" σε Ελληνικά
Οι Γενιά, γένεση, παραγωγή, γενιά, γενεά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Generation" σε Ελληνικά.
-
Γενιά, γένεση, παραγωγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Generation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The act of generating or begetting; procreation, as of animals. [..]
-
γενιά
noun feminineAll of the people born and living at about the same time, regarded collectively.
Kodoroff's generation of officers grew up in a crumbling system.
Η γενιά αξιωματικών του Κόντοροφ μεγάλωσε σ'ένα καταρρέον σύστημα.
-
γενεά
NounAll of the people born and living at about the same time, regarded collectively.
That blessed example is now passing into the third generation.
Αυτό το ευλογημένο παράδειγμά περνά τώρα στην τρίτη γενεά.
-
παραγωγή
noun feminineIn the present case the generation of energy, in particular, comes into consideration in this context.
Εν προκειμένω ως τέτοια χρήση παρουσιάζεται ιδίως η παραγωγή ενέργειας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γένεση
- γέννηση
Εικόνες με "Generation"
Φράσεις παρόμοιες με "Generation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Επικοινωνίες επόμενης γενιάς
-
γενετικός · γεννητικός · παραγωγικός
-
Γεννήτρια τυχαίων αριθμών
-
Πρότυπη γλώσσα γενικευμένης σήμανσης
-
γενικός γραμματέας