Μετάφραση του "Generic" σε Ελληνικά

Οι Γενικός, γένος, γενικός, γενόσημο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Generic" σε Ελληνικά.

Generic
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γενικός, γένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Generic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

generic adjective noun γραμματική

A wine that is a blend of several wines, or made from a blend of several grape varieties [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενικός

    noun masculine

    very comprehensive

    I never meant to say that the conservatives are generally stupid. I meant to say that stupid people are generally conservative.

    Ποτέ δεν ήθελα να πω ότι οι συντηρητικοί είναι γενικά ηλίθιοι. Ήθελα να πω ότι οι ηλίθιοι άνθρωποι είναι γενικά συντηρητικοί.

  • γενόσημο

    noun adjective neuter

    not having a brand name

    In 2003, no other commercially viable non-infringing generic product existed.

    Συγκεκριμένα, το 2003 δεν υπήρχε κανένα άλλο εμπορικά βιώσιμο γενόσημο προϊόν που να μη συνιστά παραποίηση.

  • γενόσημος

    masculine

    a product sold under a generic name

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουδέτερο
    • κοινός
    • γένους
    • ανώνυμος
    • γένιος
    • διπλογενής
    • γενικός (όρος)
    • διγενής (όρος)

Φράσεις παρόμοιες με "Generic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Generic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη