Μετάφραση του "Global" σε Ελληνικά

Οι Καθολικό, Παγκόσμιο, καθολικό, παγκόσμιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Global" σε Ελληνικά.

Global

A privilege level that specifies the user has access to objects anywhere within the organization. The application refers to this level as Organization.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καθολικό

    A privilege level that specifies the user has access to objects anywhere within the organization. The application refers to this level as Organization.

    A global assurance covering all of the accounts and underlying transactions

    Καθολική βεβαίωση σχετικά με το σύνολο των λογαριασμών και των πράξεων στις οποίες αυτοί βασίζονται

  • Παγκόσμιο, καθολικό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Global " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

global adjective noun γραμματική

spherical, ball-shaped [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παγκόσμιος

    adjective masculine

    concerning all parts of the world

    Some of these issues can only be solved properly in a global institutional framework.

    Ορισμένα από τα ζητήματα αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν σωστά μόνο μέσα σε ένα παγκόσμιο θεσμικό πλαίσιο.

  • καθολικός

    adjective

    Pertaining to an entire document, file, or program rather than to a restricted segment of it.

    For political reasons, as in the past, the target for the next decade should be a global one.

    Για πολιτικούς λόγους, όπως και στο παρελθόν, ο στόχος για την επόμενη δεκαετία θα πρέπει να είναι καθολικός.

  • σφαιρικός

    adjective masculine

    The new situation called for a more global approach to health and safety at work.

    Η νέα κατάσταση απαιτεί μια πιο σφαιρική προσέγγιση στην υγεία και στην ασφάλεια στην εργασία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθολική
    • καθολικό
    • ακέραιος
    • παγγήινος
    • οικουμενικός

Φράσεις παρόμοιες με "Global" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Παγκόσμια θέρμανση · επίδραση του φαινομένου του θερμοκηπίου · παγκόσμια αύξηση τής θερμοκρασίας · παγκόσμια θέρμανση · σταδιακή αύξηση · υπερθέρμανση του πλανήτη · υπερθέρμανση τού πλανήτη · φαινόμενο του θερμοκηπίου
  • Παγκόσμια τηλεφωνία μέσω κειμένου
  • Παγκόσμιο ναυτιλιακό σύστημα έκτακτης ανάγκης και ασφάλειας
  • Διεθνές δίκτυο συγχρονισμού δεδομένων
  • καθολικός κατάλογος
  • καθολικό cache συγκροτήσεων
  • Παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης του περιβάλλοντος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Global" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη