Μετάφραση του "Gnostic" σε Ελληνικά

Οι γνωστικός, Γνωστικός, γνωστικιστής, γνωστικίστρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gnostic" σε Ελληνικά.

Gnostic adjective noun γραμματική

(no comparative or superlative) Of, or relating to, intellectual or spiritual knowledge [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνωστικός

    adjective masculine

    relating to Gnosticism [..]

    These and other documents of this type have generally been referred to as Gnostic or Apocryphal writings.

    Αυτά και άλλα έγγραφα του ίδιου είδους φέρουν το γενικό χαρακτηρισμό «γνωστικά» ή «απόκρυφα» συγγράμματα.

  • Γνωστικός

    adjective masculine

    relating to Gnosticism

    Ideas of a purely symbolic resurrection were later developed by a group called Gnostics.

    Απόψεις περί συμβολικής και μόνο ανάστασης αναπτύχθηκαν αργότερα από μια ομάδα με το όνομα Γνωστικοί.

  • γνωστικιστής, γνωστικίστρια

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γνωστικιστικός
    • γνωστικός, -ή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gnostic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

gnostic noun adjective γραμματική

alternative capitalization of Gnostic [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνωστικός

    adjective masculine

    These and other documents of this type have generally been referred to as Gnostic or Apocryphal writings.

    Αυτά και άλλα έγγραφα του ίδιου είδους φέρουν το γενικό χαρακτηρισμό «γνωστικά» ή «απόκρυφα» συγγράμματα.

Φράσεις παρόμοιες με "Gnostic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γνωστικισμός · γνωστικισμός
  • Γνωστικισμός · γνωστικισμός
  • Γνωστικισμός · γνωστικισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gnostic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη