Μετάφραση του "Grace" σε Ελληνικά

Οι Αγλαΐα, χάρη, παραχώρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Grace" σε Ελληνικά.

Grace proper noun

A female given name. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αγλαΐα

    proper feminine

    female given name

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Grace " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

grace verb noun γραμματική

(not countable) Elegant movement; poise or balance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χάρη

    noun feminine

    divine assistance in resisting sin [..]

    Look at those two trees there pushing and shoving for sunlight but with grace and astonishing slowness.

    Κοιτάξτε τα δύο δέντρα εκεί σπρώχνονται για το φως του ήλιου αλλά με χάρη και εκπληκτική βραδύτητα.

  • παραχώρηση

    noun feminine

    free and undeserved favour, especially of God

    We live here on a sort of grace and favour basis.

    Ζούμε εδώ με επίσημη παραχώρηση.

  • παράταση

    noun feminine

    relief period for a debtor

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοσμώ
    • περίοδος χάριτος
    • ευλογία
    • εύνοια
    • γοητεία
    • επιείκεια
    • στολίζω
    • τιμώ
    • αγλαΐζω
    • χατίρι
    • θεία χάρη
    • χάρις
    • χαρίζω
    • καλλωπίζω
    • αναβολή
    • ευνοώ
    • ευχαριστήρια προσευχή
    • ηθικό σθένος

Φράσεις παρόμοιες με "Grace" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Grace" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη