Μετάφραση του "Gradual" σε Ελληνικά

Οι Βαθμιαίος, σταδιακός, βαθμιαίος, σταδιακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gradual" σε Ελληνικά.

Gradual
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βαθμιαίος, σταδιακός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gradual " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

gradual adjective noun γραμματική

Proceeding by steps or small degrees; advancing step by step, as in ascent or descent or from one state to another; regularly progressive; slow; as, a gradual increase of knowledge; a gradual decline. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαθμιαίος

    adjective masculine

    proceeding by steps or small degrees

    The gradual enrichment of these soil particles increases the thickness of the rich top layer.

    Ο βαθμιαίος εμπλουτισμός αυτών των μορίων του εδάφους αυξάνει το πάχος του πλουσίου στρώματος της επιφανείας.

  • σταδιακός

    adjective masculine

    proceeding by steps or small degrees

    We can only manage a gradual modernisation of the existing system. The proposal is a compromise.

    Το μόνο που μπορούμε να καταφέρουμε είναι ένας σταδιακός εκσυγχρονισμός του υπάρχοντος συστήματος. " πρόταση αποτελεί έναν συμβιβασμό.

  • κλιμακωτός

Φράσεις παρόμοιες με "Gradual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σταδιακή εγκατάσταση
  • με αργό ρυθμό · μόνο με το πέρασμα τού χρόνου · μόνο προοδευτικά · μόνο σταδιακά · σιγά σιγά
  • βαθμιαία μεταβολή
  • βαθμιαία βλάβη
  • βαθμιαίος, βαθμηδόν, (σιγά-σιγά)
  • βαθμηδόν · βαθμιαία · κλιμακωτά · σιγά σιγά · σταδιακά
  • υπονυστάζω
  • βαθμηδόν · βαθμιαία · κλιμακωτά · σιγά σιγά · σταδιακά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gradual" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη