Μετάφραση του "Greek" σε Ελληνικά
Οι ελληνικά, ελληνικός, Έλληνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Greek" σε Ελληνικά.
(countable) An inhabitant, resident, or a person of descent from Greece. [..]
-
ελληνικά
proper noun neuter n-planguage of the Greek people [..]
He translated Homer from the Greek into English.
Αυτός μεταφράσε τον Όμηρο από τα ελληνικά στα αγγλικά.
-
ελληνικός
adjective noun masculineof the Greek language, people or country [..]
Only then will the Greek people accept they have got to make these cuts.
Μόνο τότε θα αποδεχόταν ο ελληνικός λαός την ανάγκη πραγματοποίησης αυτών των περικοπών.
-
Έλληνας
noun masculineinhabitant, etc., of Greece
Achilles was an ancient Greek hero.
Ο Αχιλλέας ήταν ένας Έλληνας αρχαίος ήρωας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ελληνικά
- Ελληνίδα
- ελληνική
- ακαταλαβίστικος
- ακαταλαβίστικα
- ελληνικό
- ελληνικοί
- κινέζικα
- αλαμπουρνέζικα
- Ἕλλην
- Ελληνικός
- ελληνικές
- Έλλην
- Ρωμιός
- εξελληνίζω
- Ελληνική γλώσσα
- ἑλληνικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Greek " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Common misspelling of Greek. [..]
-
ελληνικός
noun masculineThe greek army has pulled out and they've left a gift of peace at the gates.
Ο ελληνικός στρατός οπισθοχωρεί. Και έφεραν ένα δώρο σαν ένδειξη ειρήνης στις πύλες.
-
english
See also The Septuagint Version—Greek & English, published by S.
Βλέπε επίσης The Septuagint Version—Greek & English, εκδοθέν υπό S.
-
ελληνική γλώσσα
A competition for Greek was organised in 2003 and a Portuguese one is foreseen in 2006.
Το 2003 οργανώθηκε διαγωνισμός για την ελληνική γλώσσα και το 2006 προβλέπεται διαγωνισμός για την πορτογαλική.
Εικόνες με "Greek"
Φράσεις παρόμοιες με "Greek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αρκαδοκυπριακή διάλεκτος
-
ελληνικότητα
-
Αθήνα
-
Αρχαία ελληνική γλώσσα · αρχαία ελληνικά · αρχαία ελληνική γλώσσα
-
Μεσαιωνική ελληνική γλώσσα
-
Ελληνική Χελώνα
-
Νέα Ελληνικά · νέα ελληνικά