Μετάφραση του "Grid" σε Ελληνικά

Οι Πλέγμα, εσχάρα, κάνναβος, πλέγμα, εσχάρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Grid" σε Ελληνικά.

Grid
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πλέγμα, εσχάρα, κάνναβος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Grid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

grid verb noun γραμματική

A rectangular array of squares or rectangles of equal size, such as in a crossword puzzle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλέγμα

    noun neuter

    A set of intersecting lines or linear elements at right angles to each other.

    Like a metal grid scratched across it postmortem.

    Σαν μεταλλικό πλέγμα, που χαράχτηκε επάνω του μεταθάνατον.

  • εσχάρα

    The width of the guiding funnel towards the grid shall be the grid width.

    Το πλάτος της καθοδηγητικής χοάνης προς την εσχάρα είναι ίσο με το πλάτος της εσχάρας.

  • δίκτυο

    noun neuter

    In other words, for the electricity grid operator, the costs will remain the same.

    Με άλλα λόγια, το κόστος παραμένει το ίδιο για τον πάροχο του δικτύου ηλεκτροδότησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δικτυωτό
    • ηλεκτρικό δίκτυο ισχύος
GRID noun γραμματική

Gay-related immunodeficiency — former name of AIDS.

+ Προσθήκη

"GRID" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το GRID στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Grid"

Φράσεις παρόμοιες με "Grid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλέγμα αναφοράς
  • πλέγματος συστοιχίας από Μπίλιες
  • ανασταλτικό πλέγμα, καταστολής
  • σχάρα
  • αυτόνομος · αόρατος · εκτός δικτύου · εκτός ραντάρ · εκτός χάρτη · εξαφανίζομαι · παρασκηνιακός
  • ενεργειακό δίκτυο
  • έξυπνο δίκτυο
  • Ηλεκτρικό δίκτυο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Grid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη