Μετάφραση του "Grope" σε Ελληνικά

Οι αισθάνομαι, πασπατεύω, ψηλαφώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Grope" σε Ελληνικά.

grope verb noun γραμματική

(obsolete) To feel with or use the hands; to handle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αισθάνομαι

    verb

    αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου

  • πασπατεύω

    verb

    to touch closely and sexually

  • ψηλαφώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψαχουλεύω
    • μυρίζω
    • χουφτώνω
    • βάζω χέρι σε
    • μυρίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Grope " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Grope" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Grope" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη