Μετάφραση του "Gross" σε Ελληνικά

Οι Ακαθάριστος, μεικτός, ακαθάριστος, ακαθάριστο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gross" σε Ελληνικά.

Gross proper

A surname, originally a nickname for a big man, from Middle English gros (“large”). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ακαθάριστος, μεικτός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gross " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

gross adjective verb noun γραμματική

A unit of amount = twelve dozen = 144 pcs. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακαθάριστος

    adjective

    whole amount, total

    The wages which must be taken into consideration are gross earnings.

    Ο μισθός που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο ακαθάριστος μισθός.

  • ακαθάριστο

    The report says that gross domestic product is not a good measure of prosperity.

    Λέγεται στην έκθεση ότι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν δεν είναι καλό μέτρο ευημερίας.

  • μικτός

    All gross payments on claims made during the financial year are covered.

    Καλύπτονται όλα τα μεικτά ποσά που καταβλήθηκαν ως ασφαλιστικές αποζημιώσεις στη διάρκεια της εταιρικής χρήσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεικτό
    • χονδροειδής
    • αηδιαστικός
    • χυδαίος
    • σίχαμα
    • συνολικός
    • σιχαμερός
    • αγενής
    • μπλιαχ
    • αναγουλιαστικός
    • χονδρικός
    • ολικός
    • αντιαισθητικός
    • εισπράττω καθαρά
    • εισπράττω συνολικά

Φράσεις παρόμοιες με "Gross" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gross" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη