Μετάφραση του "Ground" σε Ελληνικά
Οι Γη, έδαφος, έδαφος, γείωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ground" σε Ελληνικά.
-
Γη, έδαφος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ground " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(uncountable) The surface of the Earth, as opposed to the sky or water or underground. [..]
-
έδαφος
noun neuterBasis, foundation, groundwork [..]
The old man tried to hide his money under the ground.
Ο γέρος προσπάθησε να κρύψει τα χρήματά του κάτω από το έδαφος.
-
γείωση
noun feminineElectrical conductor connected to point of zero potential
The ground wire's not supposed to run back to the motor.
Η γείωση δεν πρέπει να πηγαίνει μέσα στο μοτέρ.
-
βυθός
noun masculineThe bottom of a body of water
The shallow ground, it works just like a lens.
Ο ρηχός βυθός... λειτουργεί ως συγκλίνων φακός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χώμα
- γη
- βάση
- αιτία
- πυθμένας
- θεμελίωση
- χερσαίος
- δάπεδο
- στεριά
- βάθρο
- γήπεδο
- πεδίο
- γειώνω
- πάτος
- σκεπτικό
- βασίζω
- απαγορεύω
- περιορίζω
- τριμμένος
- προσγειώνομαι
- καθηλώνω
- κοπανισμένος
- προσγειώνω
- κώλος
- αποσύρω
- επιφάνεια ζωγραφικής
- θέτω εκτός (μάχης, παιχνιδιού)
- θέτω υπό περιορισμό
- προσαράζω
-
Γη, γειώνω
Εικόνες με "Ground"
Φράσεις παρόμοιες με "Ground" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αέρος - εδάφους - αέρος
-
γαουλθερία · γωλθερία · φράουλα gaultheria procubens
-
κυκλώματος γείωσης
-
ηλεκτρόδιο γείωσης
-
Σύστημα επικοινωνιών εδάφους-εδάφους