Μετάφραση του "Handle" σε Ελληνικά

Οι Χειρολαβή, χειρίζομαι, διεκπεραιώνω, χερούλι, λαβή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Handle" σε Ελληνικά.

Handle
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χειρολαβή, χειρίζομαι, διεκπεραιώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Handle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

handle verb noun γραμματική

A part of an object which is held in the hand when used or moved, as the haft of a sword, the knob of a door, the bail of a kettle, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χερούλι

    noun neuter

    part of an object which is held in the hand when used or moved [..]

    On one of the long sides a textile handle is attached.

    Σε μία από τις επιμήκεις πλευρές προσαρτάται χερούλι από υφαντικές ύλες.

  • λαβή

    noun feminine

    part of an object which is held in the hand when used or moved

    There's blood spatter on the handle and on the sheath, but there's none on the blade.

    Υπήρχε αίμα στη λαβή και στη θήκη, αλλά καθόλου στη λεπίδα.

  • χειρίζομαι

    verb

    And there's only one office that handles exceptions.

    Και υπάρχει μόνο ένα γραφείο που χειρίζεται τις εξαιρέσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χειρολαβή
    • ψευδώνυμο
    • παρανόμι
    • μεταχειρίζομαι
    • μανίκι
    • αντιμετωπίζω
    • καταφέρνω
    • πόμολο
    • χρησιμοποιώ
    • ασχολούμαι
    • κουμαντάρω
    • χέρι
    • διεκπεραιώνω
    • μοχλός
    • διακινώ
    • αγγίζω
    • μετέρχομαι
    • δείκτης χειρισμού
    • πολιτεύομαι σε (θέμα)
    • στειλιάρι
    • συμπεριφέρομαι
    • τα βγάζω πέρα
    • φέρομαι

Εικόνες με "Handle"

Φράσεις παρόμοιες με "Handle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Handle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη