Μετάφραση του "Heuristic" σε Ελληνικά

Οι Ευρετική, ευρετικός, ευρετική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Heuristic" σε Ελληνικά.

Heuristic
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ευρετική

    Third, judicial openness presents a heuristic value.

    Τρίτον, ο ανοικτός χαρακτήρας των δικαιοδοτικών διαδικασιών έχει και μια ευρετική αξία (45)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Heuristic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

heuristic adjective noun γραμματική

Relating to general strategies or methods for solving problems. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευρετικός

    adjective masculine

    in computing, that is not certain to arrive at an optimal solution [..]

  • ευρετική

    feminine

    heuristic method, heuristics

    Third, judicial openness presents a heuristic value.

    Τρίτον, ο ανοικτός χαρακτήρας των δικαιοδοτικών διαδικασιών έχει και μια ευρετική αξία (45)

  • General rule of thumb, though statistically efficient, carrying inherent risks in decisions and/or problem solving ... ο γενικος κανονας, η πεπατημενη, η ευκολη λυση/η πρωτη σκεψη

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • General rule of thumb, though statistically efficient, carrying inherent risks in decisions and/or problem solving ... ο γενικος κανονας, η πεπατημενη, η ευκολη λυση/σκεψη
    • εφευρίσκω
    • ανευρετικός

Φράσεις παρόμοιες με "Heuristic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Heuristic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη