Μετάφραση του "Hinder" σε Ελληνικά
Οι Εμποδίζω, δυσχεραίνω, παρεμποδίζω, οπίσθιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hinder" σε Ελληνικά.
Hinder
-
Εμποδίζω, δυσχεραίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Hinder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
hinder
adjective
verb
noun
γραμματική
(transitive) To make difficult to accomplish; to frustrate, act as obstacle. [..]
-
παρεμποδίζω
verbto delay or impede movement [..]
It will not even hinder what are sometimes called speculative investments.
Δεν θα παρεμποδίσει ούτε καν αυτές που μερικές φορές καλούνται κερδοσκοπικές επενδύσεις.
-
οπίσθιος
adjectiveof or belonging to that part in the rear
-
πισινός
adjective masculineof or belonging to that part in the rear
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εμποδίζω
- παρακωλύω
- θέτω φραγμό, -ούς
Φράσεις παρόμοιες με "Hinder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δυσχεραίνω · εμποδίζω · παρακωλύω · παρεμποδίζω
-
εμπόδιο · επιβάρυνση · κωλισιεργία · κώλυμα · τροχοπέδη
-
εμπόδιο · επιβάρυνση · κωλισιεργία · κώλυμα · τροχοπέδη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη