Μετάφραση του "Hoist" σε Ελληνικά
Οι Ανύψωση, σηκώνω, βίντσι, σηκώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hoist" σε Ελληνικά.
Hoist
-
Ανύψωση, σηκώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Hoist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
hoist
verb
noun
γραμματική
(transitive) To raise; to lift; to elevate; especially, to raise or lift to a desired elevation, by means of tackle or pulley, as a sail, a flag, a heavy package or weight. [..]
-
βίντσι
nounWhen they send this hoist down for shells or charges, it'll come here.
́ Οταν στείλουν κάτω το βίντσι για πυρομαχικά, θα φτάσει εδώ.
-
σηκώνω
verb -
ανυψωτικό μηχάνημα
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υψώνω
- to raise, lift, or haul something up, usually by using mechanical equipment like a pulley, cable, or crane
- ανασύρω
- βαρούλκο
- ανυψωτήρας
- αίρω
- ανελκύω
- κάνω έπαρση (σημαίας)
Φράσεις παρόμοιες με "Hoist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βίντσι, παλάγκο
-
φρεατοτύμπανο
-
Απλώστρα ρούχων
-
ανυψωτικό μηχάνημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη