Μετάφραση του "Hold" σε Ελληνικά

Οι Αναμονή, διατήρηση, Κρατώ, συγκρατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hold" σε Ελληνικά.

Hold

A button on Phone Controls that places the current phone call on hold.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αναμονή

    A button on Phone Controls that places the current phone call on hold.

    You can't keep putting your life on hold because of Lana.

    Δε γίνεται να ζεις σε αναμονή για χάρη της Λάνας.

  • διατήρηση

    A button on Phone Controls that places the current phone call on hold.

    I'm enough of a philosopher to hold everything in the proper equilibrium.

    Φιλοσοφία μου είναι, ή διατήρηση τής ίσορροπίας.

  • Κρατώ, συγκρατώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hold " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

hold adjective verb noun γραμματική

(transitive) To grasp or grip. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρατώ

    verb

    to grasp

    You can't hold me responsible for everything bad in your life.

    Δεν μπορείτε να κρατά υπεύθυνη για ό, τι κακό στη ζωή σας.

  • κρατάω

    verb

    To grasp or grip (particularly with the hand) so that the object does not end up at the surface below.

    I'd pick sleeping in mud over holding that book any time.

    Προτιμώ να κοιμάμαι στη λάσπη παρά να κρατάω αυτό το βιβλίο.

  • κατέχω

    verb

    However, no Member shall hold less than five participation shares.

    Ωστόσο, κανένα μέλος δεν μπορεί να κατέχει λιγότερα από πέντε μερίδια συμμετοχής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κράτηση
    • αμπάρι
    • περιέχω
    • ἔχω
    • χωρώ
    • λαβή
    • έχω
    • διατηρώ
    • κύτος
    • πιάνω
    • συγκρατώ
    • περιλαμβάνω
    • αναβολή
    • βαστώ
    • βάζω σε αναμονή
    • θεωρώ
    • αποφαίνομαι
    • Αμπάρι
    • ισχύω
    • επιρροή
    • ελέγχω
    • καταλαμβάνω
    • κράτημα
    • δίνω
    • δεσμεύω
    • συγκαλώ
    • φυλάω
    • φυλακή
    • έλεγχος
    • περιορίζω
    • πιστεύω
    • πιάσιμο
    • πρεσβεύω
    • αντέχω
    • κλείνω
    • κελί
    • συμφωνώ
    • βαστάζω
    • βαστάω
    • εξουσιάζω
    • υποχρεώνω
    • σφίξιμο
    • κατακτώ
    • στεριώνω
    • αιχμαλωτίζω
    • κυριαρχία
    • νομίζω
    • απασχολώ
    • ανακοινώνω
    • παραλείπω
    • τείνω
    • εκλαμβάνω
    • δοχείο
    • αγαντάρω
    • διέπομαι
    • κατακρατώ
    • υπερισχύω
    • χωράω
    • διακατέχομαι
    • συντηρώ
    • αναστέλλω προσωρινά
    • αντέχω το ποτό
    • διατείνομαι
    • θέτω σε αναμονή
    • καταπακτή
    • κρατάω κτ στραμμένο

Εικόνες με "Hold"

Φράσεις παρόμοιες με "Hold" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hold" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη