Μετάφραση του "Home" σε Ελληνικά

Οι Οικία, Βασική, Αρχική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Home" σε Ελληνικά.

Home noun proper γραμματική

A key that when pressed causes the cursor to go to the first character of the current line. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οικία

    The default tab on the ribbon interface that provides the basic features that users need most frequently for each application.

    This is Home Fire, do you read me?

    Οικία εδω, με λαμβάνεις;

  • Βασική

    The default tab on the ribbon interface that provides the basic features that users need most frequently for each application.

    Kosovo takes charge of a key regional agreement, but political turmoil has slowed implementation at home

    Το Κοσσυφοπέδιο αναλαμβάνει μια βασική περιφερειακή συμφωνία, ωστόσο η πολιτική αναταραχή έχει επιβραδύνει την εφαρμογή στη χώρα

  • Αρχική

    The default tab on the ribbon interface that provides the basic features that users need most frequently for each application.

    Home to a very, very rare diamond.

    Αρχική σελίδα σε ένα πολύ, πολύ σπάνια διαμάντια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αρχική σελίδα
    • Κεντρική
    • Οικία, έδρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Home " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

home adjective verb noun adverb γραμματική

One’s own dwelling place; the house or structure in which one lives; especially the house in which one lives with his family; the habitual abode of one’s family; also, one’s birthplace. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπίτι

    noun neuter

    house or structure in which someone lives [..]

    Right now my father is not at home.

    Ο πατέρας μου αυτή τη στιγμή δεν είναι σπίτι.

  • κατοικία

    noun feminine

    habitat

    Every pet deserves a loving and permanent home.

    V Κάθε κατοικίδιο, αξίζει μια αγαπημένη και μόνιμη κατοικία.

  • άσυλο

    noun neuter

    place of refuge or rest

    He's in a state of catatonic shock and in a home for the criminally insane.

    Έχει πέσει σε κατατονικό σοκ και βρίσκεται σε άσυλο σχιζοφρενών εγκληματιών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πατρίδα
    • πατρικό
    • γενέτειρα
    • σπιτικό
    • περιβάλλον
    • οίκος
    • οικία
    • προς το σπίτι
    • στο σπίτι
    • οικογένεια
    • αρχική σελίδα
    • νοικοκυριό
    • καταφύγιο
    • οσπίτ
    • οικοτροφείο
    • έσσω
    • οικογενειακή μονάδα
    • έδρα
    • εστία
    • οικιακός
    • γηπεδούχος
    • προορισμός
    • -κομείο
    • βάση επιχειρήσεων
    • γενέθλια γη
    • γενέθλιος τόπος
    • η ζεστασιά τού σπιτιού
    • οικογενειακή εστία
    • οικογενειακή θαλπωρή
    • τόπος διαμονής

Εικόνες με "Home"

Φράσεις παρόμοιες με "Home" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Home" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη