Μετάφραση του "IN" σε Ελληνικά

Οι μέσα, σε, εν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "IN" σε Ελληνικά.

IN noun abbreviation γραμματική

Indiana, a state of the United States of America. [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " IN " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"IN" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το IN στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

in adjective verb noun adverb adposition γραμματική

A position of power or a way to get it. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέσα

    adverb

    εσωτερικό χώρου ή αντικειμένου [..]

    Can you hear the cat? She's wanting in.

    Μπορείς να ακούσεις τη γάτα? Θέλει να μπει μέσα.

  • σε

    adposition

    The letter will arrive in a week or so.

    Το γράμμα θα φθάσει σε περίπου μια εβδομάδα.

  • εν

    noun

    contained by

    It shall not affect the validity of any delegated acts already in force.

    Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εις
    • εντός
    • μέσο
    • ίντσα
    • αβάντα
    • «δόντι»
    • μέλος (κυβερνώντος κόμματος)
    • στο πλαίσιο [+Γεν.]
In noun

a rare soft silvery metallic element; occurs in small quantities in sphalerite

+ Προσθήκη

"In" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το In στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "IN"

Φράσεις παρόμοιες με "IN" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "IN" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη