Μετάφραση του "INTREPID" σε Ελληνικά

Οι ατρόμητος, άφοβος, απτόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "INTREPID" σε Ελληνικά.

intrepid adjective γραμματική

Fearless; bold; brave. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατρόμητος

    adjective masculine

    fearless

    That is the story of how the intrepid flier brought the doctor to the dying patient.

    Η ιστορία πως ο ατρόμητος πιλότος έφερε τον γιατρό στον ετοιμοθάνατο.

  • άφοβος

    adjective masculine

    fearless

    Stanley Makumba, an intrepid circuit overseer who was serving in Kenya, visited Rwanda for the first time in 1974.

    Ο Στάνλεϊ Μακούμπα, ένας άφοβος επίσκοπος περιοχής που υπηρετούσε στην Κένυα, επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη Ρουάντα το 1974.

  • απτόητος

    Adjective

    Across the Atlantic, another intrepid scientist labored to uncover the truth behind what happened before the beginning.

    Πέρα απ'τον Ατλαντικό, ένας άλλος απτόητος επιστήμονας προσπαθούσε να αποκαλύψει την αλήθεια για το τι συνέβη πριν την απαρχή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " INTREPID " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "INTREPID" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "INTREPID" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη