Μετάφραση του "Incandescent" σε Ελληνικά
Οι Πυρακτούμενος, πυρακτωμένος, διάπυρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Incandescent" σε Ελληνικά.
Incandescent
-
Πυρακτούμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Incandescent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
incandescent
adjective
noun
γραμματική
emitting light as a result of being heated [..]
-
πυρακτωμένος
adjective masculineremitting light as result of heating
-
διάπυρος
-
φλογερός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Εξω φρενων ... εξοργισμενος ... πυρακτωμενος
- λευκοπυρώμενος
- πυρακτώμενος
- αναμμένος
Φράσεις παρόμοιες με "Incandescent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ηλεκτρική λάμπα · ηλεκτρική λυχνία · λάμπα · λαμπτήρας πυράκτωσης
-
Λαμπτήρας πυράκτωσης · ηλεκτρική λάμπα · ηλεκτρική λυχνία · λάμπα
-
Πυράκτωση · πυράκτωση
-
Πυράκτωση · πυράκτωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη