Μετάφραση του "Indoor" σε Ελληνικά
Οι Εσωτερικός, εσωτερικού χώρου, εσωτερικός, φτωχοκομείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Indoor" σε Ελληνικά.
Indoor
-
Εσωτερικός, εσωτερικού χώρου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Indoor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
indoor
adjective
γραμματική
Situated in, or designed to be used in, or carried on within the interior of a building. [..]
-
εσωτερικός
adjective masculineTowards smart lighting — indoor, outdoor and street lighting
Έξυπνος φωτισμός - εσωτερικός, εξωτερικός και οδικός
-
φτωχοκομείο
Φράσεις παρόμοιες με "Indoor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καλώδιο εσωτερικής
-
Μονάδα λήψης, εσωτερικού χώρου
-
εσωτερική μονάδα
-
ενσταυλισμός
-
ενδοκτηριακό περιβάλλον · περιβάλλον εσωτερικών χώρων
-
θερμοκρασία δωματίου
-
Μονάδα λήψης, εσωτερικού χώρου
-
Ποδόσφαιρο κλειστού χώρου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη