Μετάφραση του "Induce" σε Ελληνικά

Οι Επάγω, παρακινώ, επιφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Induce" σε Ελληνικά.

Induce
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επάγω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Induce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

induce verb γραμματική

(transitive) to lead by persuasion or influence; incite [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρακινώ

    verb

    This fact should induce us to give more aid to those countries.

    Το γεγονός αυτό θα πρέπει να μας παρακινήσει να παράσχουμε περισσότερες ενισχύσεις στις εν λόγω χώρες.

  • επιφέρω

    verb

    I fear the resulting oxygen deprivation starved his brain, induced the coma you see here.

    Φοβάμαι ότι η συνακόλουθη αποστέρηση οξυγόνου από τον εγκέφαλο του, επέφερε το κώμα που βλέπεις εδώ.

  • προτρέπω

    verb

    It will even induce some producers to become more extensive.

    Αυτό θα προέτρεπε επίσης ορισμένους παραγωγούς να εφαρμόσουν μια πιο επεκτατική πρακτική καλλιέργειας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προκαλώ
    • επηρεάζω

Φράσεις παρόμοιες με "Induce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Induce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη