Μετάφραση του "Input" σε Ελληνικά

Οι Είσοδος, εισάγω, εισαγωγή, εισροή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Input" σε Ελληνικά.

Input
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Είσοδος, εισάγω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Input " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

input verb noun γραμματική

The act or process of putting in; infusion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισαγωγή

    noun feminine

    But I can scramble the input so that nobody else can.

    Αλλά μπορώ να κωδικοποιήσω την εισαγωγή ώστε κανένας να μη μπορεί.

  • εισροή

    noun feminine

    Instead, the probabilities of default are imposed and taken as input for the NPV calculations.

    Αντίθετα, οι πιθανότητες αθέτησης επιβάλλονται και λαμβάνονται ως εισροή για τον υπολογισμό της καθαρής παρούσας αξίας.

  • είσοδος

    noun feminine

    One of them is the input from the user, as you're building your bricks.

    Το ένα είναι η είσοδος από το χρήστη, καθώς τοποθετούνται οι δομικές μονάδες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εισάγω
    • ερέθισμα
    • αγγέλω
    • γνώμη
    • καταχώρηση
    • συμμετοχή
    • συνεισφορά
    • ενέργεια
    • αναφορά
    • εγγράφω
    • μνεία
    • σχόλια
INput
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Είσοδος

    Input and editing of skippers’ own chart entries

    Είσοδος και επεξεργασία των καταχωρίσεων του κυβερνήτη στον χάρτη του

Φράσεις παρόμοιες με "Input" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Input" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη