Μετάφραση του "Instantaneous" σε Ελληνικά
Οι Στιγμιαίος, ακαριαίος, στιγμιαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Instantaneous" σε Ελληνικά.
-
Στιγμιαίος
Instantaneous vehicle braking rate (e.g. by differentiation of vehicle speed);
Στιγμιαίος συντελεστής πέδησης του οχήματος (π.χ. με διαφοροποίηση της ταχύτητας του οχήματος)·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Instantaneous " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Occurring, arising, or functioning without any delay; happening within an imperceptibly brief period of time. [..]
-
ακαριαίος
adjectiveThe head wound caused internal bleeding, but death was not instantaneous.
Το χτύπημα προκάλεσε εσωτερική αιμορραγία, αλλά ο θάνατος δεν ήταν ακαριαίος.
-
στιγμιαίος
adjectivethe instantaneous rate of discharge of oil content does not exceed 30 litres per nautical mile;
ο στιγμιαίος ρυθμός απόρριψης πετρελαίου δεν υπερβαίνει τα 30 λίτρα ανά ναυτικό μίλι,
-
ξαφνικός
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξαφνικό
- ξαφνική
- άμεσος
Φράσεις παρόμοιες με "Instantaneous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στιγμιαία φάση
-
στιγμιαίος ρυθμός μεταβολής
-
στιγμιαία ισχύς
-
στιγμιαία απόκλιση συχνότητας
-
λόγος στιγμιαίας προς μέση
-
στιγμιαίο πλάτος
-
Στιγμιαία μεταβολή ταχύτητας
-
στιγμιαία μη διαθεσιμότητα